Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Μετάλλιον Δήμου Αθηναίων



ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΒΡΑΒΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΟΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ

Τὴν Τρίτην 9 Νοεμβρίου 2004 καὶ περὶ ὥραν 7ην ἀπογευματινήν, εἰς τὸ Δημαρχιακὸν Μέγαρον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, πραγματοποιήθηκε τιμητικὴ ἐκδήλωσις διὰ τὴν Ἱερὰν ἡμῶν Μονήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε χώραν ἡ τελετὴ Ἀπονομῆς τοῦ Μεταλλίου τῆς Πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τὴν καν Ντόραν Μπακογιάννη, Δήμαρχον Ἀθηναίων, πρὸς τὸν Πανοσιολογιώτατον Ἀρχιμανδρίτην π.Ἰάκωβον Μπιζαούρτην, Καθηγούμενον τῆς παλαιφάτου ἱστορικῆς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων Πετράκη, διὰ τὴν συνολικὴν προσφοράν, τόσον οἰκονομικὴν καὶ ὑλικήν, ὅσoν καὶ πνευματικήν, εἰς τὴν τροφὸν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἀπὸ τὴν ἵδρυσιν τῆς Μονῆς μέχρι τὰς ἡμέρας ἡμῶν.
Εἰς τὴν ἐκδηλωσιν παρευρέθησαν ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου, Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος καὶ Πρωτοσύγκελος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν Αἰδεσιμολογιώτατος π.Θωμᾶς Συνοδινός, Ἀρχιερεῖς, ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς, καθὼς καὶ πλῆθος λαϊκῶν καὶ συνεργατῶν αὐτῆς, ὅπως καὶ πλειάδα καλεσμένων τῆς Δημάρχου κας Μπακογιάννη.

Εἰς τὴν προσφώνησίν της ἡ κα Δήμαρχος ἀνεφέρθη εἰς τὴν προσφορὰν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἰς τὸν Ἀθηναϊκὸν λαὸν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος. Ἐτόνισε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ περιουσία τῆς Μονῆς ἐδαπανήθη καθ᾿ ὁλοκληρίαν σχεδὸν διὰ τὴν προσφορὰν μεγάλων ἐκτάσεων γῆς καὶ χρηματικῶν ποσῶν διὰ τὴν ἀνέγερσιν εὐαγῶν καὶ κοινοφελῶν ἱδρυμάτων, ὅπως Νοσοκομεῖα, τὸ Πτωχοκομεῖον, τὸ Ὀρφανοτροφεῖον, ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, τὸ Πολυτεχνεῖον, ἡ Γεννάδιος Βιβλιοθήκη καὶ πλεῖστα ἄλλα.
Ἐν συνεχείᾳ προσεκάλεσε τὸν Ἅγ. Καθηγούμενον, Πανοσιολογιώτατον Ἀρχιμανδρίτην π. Ἰάκωβον Μπιζαούρτην, ἐκπροσωποῦντα τὴν Ἱερὰν Μονήν, καὶ τοῦ ἀπένειμε τὸ μετάλλιον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν.

Εἰς τὴν ἀντιφώνησίν του ὁ Ἅγ. Καθηγούμενος εἶπε τὰ ἑξῆς:
«Τόσον προσωπικῶς, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀδελφῶν μου τῆς Ἱ. Μονῆς Ἀσωμάτων Πετράκη, θερμὲς ἐκφράζω εὐχαριστίες καὶ εὐγνώμονα αἰσθήματα πρὸς τὴν Ἐρίτιμον κυρίαν Ντόραν Μπακογιάννη, τὴν ῥέκτην Δήμαρχον Ἀθηναίων, καὶ πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιο τοῦ πρώτου Δήμου τῆς Πατρίδος μας, γιὰ τὴν τιμήν, πού προσγίγνεται ἀπόψε στὴν Ἱεράν μας Μονήν, μὲ τὴν ἀπονομὴν τοῦ Μεταλλίου τῆς Πόλεως.
Αἰσθανόμεθα ὅλοι μας χαρὰν ἰδιαιτέραν, διότι ἡ Δημοτική μας Ἀρχή, ἐκφράζοντας τὰ αἰσθήματα τῶν συμπατριωτῶν μας, προέβη σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν τιμὴν πρὸς τὸ ἱστορικὸν μοναστῆρι μας, ἀλλὰ καὶ γίνεται ἀφορμὴ νὰ θυμηθοῦμε ὅλοι μας τί προσέφεραν τὰ μοναστήρια μας στοὺς συνανθρώπους μας καὶ στὸ Γένος μας ἀπὸ τὴν καταβολήν τους ὡς τὶς ἡμέρες μας, προσφορὰν λατρευτικήν, πνευματικήν, φιλανθρωπικήν, κοινωνικήν, παιδευτικήν, ἐθνικήν.
Ἀσφαλῶς κύρια ἀποστολὴ ἡμῶν τῶν μοναχῶν εἶναι, ὅπως λέγει ἕνας μεγάλος ἀσκητής, «ἡ τῆς ψυχῆς σωτηρία», νὰ εἴμεθα «νεκροὶ διὰ τὸν κόσμον» καὶ νὰ ζοῦμε ἀφιερωμένοι στὸν Θεόν, χρέος μας ὅμως εἶναι καὶ ἡ προσφορὰ πρὸς τὸν πλησίον, ἀφοῦ πιστεύουμε στὸ μοναχικὸν ἐκεῖνο ἀπόφθεγμα: «Ὁ θεμέλιος λίθος τῆς σωτηρίας τοῦ μοναχοῦ εἶναι ὁ πλησίον». Καὶ τοῦ ἰδεώδους αὐτοῦ δὲν ἀστόχησαν κατὰ κανόνα οἱ μοναχοὶ καὶ τὰ ἱερά τους σκηνώματα.
Ἀναφέρει ὁ ἱστορικὸς τοῦ Ἔθνους μας Κωνσταντῖνος Παπαῤῥηγόπουλος: «Τὰ μοναστήρια πολλάκις παρέσχον εἰς τοὺς ἀσθενεῖς, εἰς τοὺς πένητας, εἰς τοὺς ὁδοιπόρους καταφυγὴν καὶ προστασίαν, τὴν ὁποίαν οὗτοι κατ᾿ ἐκείνους τοὺς χρόνους οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἠδύναντο νὰ εὕρωσι».
Στὰ δύσκολα χρόνια τῆς μακραίωνης Σκλαβιᾶς, τὰ μοναστήρια βρέθηκαν δίπλα στοὺς ὑποδούλους ἀδελφούς, συντρέχοντάς τους στὶς παντοειδεῖς ἀνάγκες τους, ἱδρύοντας Σχολεῖα καὶ φροντίζοντας γενικὰ γιὰ τὴν Παιδεία τους. Τὰ ἀπόμερα μοναστήρια ἔγιναν γιὰ τοὺς Κλέφτες καὶ τοὺς καταδιωγμένους τὸ καταφύγιον, ὅπου ἔβρισκαν ἀσφάλειαν, τροφήν, ξεκούρασιν καὶ γιατρειάν, πολλὲς φορές, στὰ τραύματά τους. Τὸ ἴδιο καὶ στὴ διάρκειαν τῆς Ἐπαναστάσεως.
Στὰ πλαίσια αὐτὰ κινήθηκε καὶ ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἀσωμάτων Πετράκη. Γράφει ὁ γνωστὸς Ἀθηναιογράφος Δημήτριος Καμπούρογλους γιὰ τὰ Μοναστήρια τῆς Ἀττικῆς, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα καὶ ἡ Μονὴ Πετράκη, ποὺ τότε εὑρίσκετο ἐκτὸς τῶν τειχῶν καὶ εἶχε καὶ πολλὰ Μετόχια στὴν λοιπὴν ὕπαιθρον χώραν τοῦ Λεκανοπεδίου: «Οἱ μοναχοὶ προσερχόμενοι ἀρωγοὶ καὶ ἀντιλήπτορες παντὸς καταδυναστευομένου καὶ ἀξίου οἱασδήποτε συνδρομῆς, συνεπόνουν καὶ συνεσκέπτοντο μετὰ τῶν κορυφαίων πολιτῶν, σταθμίζοντες ἐν τῷ ἀσύλῳ αὐτῶν μετ᾿ ἠρεμίας τὰ γεγονότα πρὸς τὰς περιστάσεις καὶ συναποφασίζοντες περὶ τοῦ ἑκάστοτε πρακτέου. Οἱ ἄνευ ἐπωνύμου ἀπέριττοι καὶ μετριόφρονες ἐκεῖνοι ἄνδρες ἐλησμονήθησαν. Τίς τοὺς ἐνθυμεῖται; Ποσάκις περιτρέχοντες τὰ ὄρη τῆς Ἀττικῆς καὶ διαβλέποντες ἐπ᾿ αὐτῶν τὰ ἴχνη τῆς φιλοπονίας, τῆς προνοίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ αὐτῶν, δὲν ἐλυπήθημεν μὴ δυνάμενοι νὰ εὐλογήσωμεν τὸ ὄνομά των;»
Ἀπὸ τὸ 1673, πρὶν δηλαδὴ ἀπὸ 330 χρόνια, ποὺ ὁ Δημητσανίτης ἰατροφιλόσοφος Πέτρος Παπασταμάτης ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα «Παρθένιος» καὶ ἵδρυσε τὸ μοναστῆρι μας, διαθέτοντας τὴν προσωπική του περιουσία, ἡ προσφορὰ εἶναι διαρκὴς καὶ ἔντονος. Τόσον ὁ Παρθένιος καὶ οἱ διάδοχοί του -ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἕξι μάλιστα προήρχοντο ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν Πετράκη- καὶ οἱ λοιποὶ μοναχοὶ ἐργάσθηκαν μὲ συνεχεῖς ἀγῶνες καὶ προσωπικὲς θυσίες ἐναντίον τῶν τοπικῶν Τούρκων ἀρχόντων, ὅπως φαίνεται ἀπὸ Πατριαρχικὸν σιγίλλιον τοῦ 1796.
Ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν καὶ κοινωνικὴν προσφορὰν τῆς Μονῆς στὰ προεπαναστατικὰ χρόνια, ἐπισημαίνουμε τὰ ἀκόλουθα ἐνδεικτικὰ στοιχεῖα:
α) Ἡ οἰκογένεια Πετράκη διετήρησε τὴν παράδοσιν τῆς δωρεὰν παροχῆς ἰατρικῶν ὑπηρεσιῶν στοὺς Ἀθηναίους,
β) Στὰ 1795 ὁ ἡγούμενος Διονύσιος Πετράκης ἐπικεφαλῆς Ἀθηναίων προὐχόντων μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐπέτυχε τὴν ἀνάκλησιν τοῦ τυραννικοῦ διοικητῆ τῶν Ἀθηνῶν Χατζὴ Ἀλὴ Χασεκῆ.
γ) Τὴν ἴδιαν ἐποχὴν λειτουργοῦσε στὸ Μοναστῆρι Σχολεῖον στοιχειώδους μορφώσεως. Στὸ διάστημα 1806-1821 τὸ Μοναστῆρι συντηροῦσε τὴν Σχολὴν Ντέκα, ἡ ὁποία λειτουργοῦσε ἀπὸ τὸ 1750 στὴν Ἀθήνα. Συγκεκριμένα, ἐπλήρωνε 500 γρόσια ἐτησίως στὸν τότε διδάσκοντα Ἰωάννην Μπενιζέλον καὶ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴν συντήρησιν τῶν δώδεκα πτωχῶν Ἀθηναίων σπουδαστῶν της.
δ) Στά 1812 μαζὶ μὲ τοὺς ἡγουμένους Πεντέλης καὶ Καισαριανῆς, ὁ Διονύσιος Πετράκης ἵδρυσε ἕνα εἶδος ἐπιστημονικῆς σχολῆς γιὰ τοὺς νέους τῶν Ἀθηνῶν,
ε) Ὁ ἴδιος Ἡγούμενος ἦταν μέλος τῆς Φιλομούσου Ἑταιρείας, ἡ ὁποία προσέφερε σημαντικὲς ὑπηρεσίες κατὰ τὴ διάρκειαν τῆς ἐθνεγερσίας, ὅπως καὶ τὸ ἴδιο τὸ Μοναστῆρι. Τὸ Μοναστῆρι ὅμως ἐπλήρωσε πολὺ βαρὺ τίμημα· οἱ Τούρκοι τὸ λεηλάτησαν καὶ ἔσφαξαν τοὺς μοναχούς, ποὺ δὲν κατώρθωσαν νὰ διαφύγουν.
Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἀσωμάτων Πετράκη ὑπεβλήθη σὲ τεράστιες θυσίες πρὸς ὄφελος τοῦ ἐθνικοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου.
Ἐπὶ εἰκοσιτέσσερα χρόνια (1834-1858) ἦταν πυριτιδαποθήκη τοῦ κράτους καὶ γιὰ τὴν διαφύλαξίν της στὰ περισσότερα κελλιὰ ἔμεναν στρατιῶτες. Ἐπίσης γιὰ μιὰ δωδεκαετίαν (1834-1846) ἦταν στρατιωτικὸ Νοσοκομεῖο. Οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς ἀναγκάζονταν νὰ μένουν στὰ Μετόχια ἤ νὰ νοικιάζουν σπίτια μέσα στὴν πόλιν. Στὰ 1913-1916 τὸ Μοναστῆρι κατὰ τὸ μεγαλύτερον μέρος (στὴν ἀρχήν, ἀκόμη καὶ ὁ Ναός) κατελήφθη μὲ ἐπίταξιν ἀπὸ τοὺς ἐπιστρατευθέντες, ἐξαιτίας τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων.
Περίπου γιὰ μιὰ τριετίαν (1922-1925) στὰ 3/4 τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν κελλιῶν φιλοξενοῦνται προσφυγικὲς οἰκογένειες. Τὸν Ἰούλιον τοῦ 1925 τὸ Μοναστῆρι μὲ δικά του ἔξοδα ἀγόρασε εἴκοσι διαμερίσματα γιὰ τὶς ἰσάριθμες προσφυγικὲς οἰκογένειες, ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὰ κελλιὰ καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὸ συνοικισμὸν Ν. Ἰωνίας.
Ἀμέσως μετά, στὴν θέσιν τῶν προσφύγων φιλοξενήθηκαν ἄποροι φοιτητὲς τῆς Θεολογίας, πρὸς τοὺς ὁποίους τὸ Μοναστῆρι χορηγοῦσε εἰδικὸν βοήθημα. Τὸ ἔτος 1927 τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ζήτησε νὰ ἀναλάβη μὲ ἰδικά του ἔξοδα τὴν ἀνέγερσιν φοιτητικοῦ οἰκοτροφείου μὲ τοὺς ἀπαραίτητους χώρους γιὰ τὴν μεταστέγασιν τῶν φοιτητῶν τῆς Θεολογίας.
Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Γερμανικῆς Κατοχῆς, ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς ἦταν Πρόεδρος τῆς Λαϊκῆς Ἐπιτροπῆς Κολωνακίου καὶ χορηγοῦσε σὲ 450 ἄπορα παιδιὰ πλούσιον γεῦμα κάθε Κυριακήν. Ἐπίσης ἡ Μονὴ προσέφερε φαρμακευτικὴν περίθαλψιν τῶν ἀπόρων.
Ἡ προσφορὰ ὅμως τοῦ Μοναστηριοῦ δὲν περιορίσθηκε μονάχα στὰ προηγούμενα. Μὲ συνεχεῖς κτηματικὲς καὶ χρηματικὲς δωρεές, γιὰ δημιουργία Νοσοκομείων, Ἐκπαιδευτικῶν Ἱδρυμάτων, κ.λπ. δικαιωματικὰ ἀνεδείχθη ὁ μεγαλύτερος κοινωνικὸς εὐεργέτης τῶν Ἀθηνῶν. Παραλείποντας τὶς κατὰ καιροὺς γενναῖες οἰκονομικὲς προσφορές, ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ μονάχα ὅτι ἐπάνω σὲ οἰκόπεδα, πού πρόσφερε τὸ Μοναστῆρι μας, βρίσκονται τὰ Νοσοκομεῖα Αἰγινήτειο, Ἀρεταίειο, Εὐαγγελισμός, Λαϊκό, Νοσοκομεῖον Μετοχικοῦ Ταμείου Στρατοῦ (ΝΙΜΙΤΣ), Νοσοκομεῖον Παίδων, Συγγροῦ, Σωτηρία καὶ Ἀσκληπιεῖον Βούλας, τὸ Πτωχοκομεῖον Ἀθηνῶν, τὸ Ὀρφανοτροφεῖον Βουλιαγμένης, ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, ἡ Μαράσλειος Ἀκαδημία, τὸ Πολυτεχνεῖον, ἡ Παλαιὰ Ῥιζάρειος Σχολή, ἡ Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, ἡ Ἀγγλικὴ Ἀρχαιολογικὴ Σχολή, τὸ Κοιμητήριον Κηφισιᾶς καὶ πολλὰ ἄλλα κοινωφελῆ Ἱδρύματα, ἐνῶ μὲ τὴν παραχώρησιν ἐκτάσεων τῆς Μονῆς ἐδημιουργήθησαν τὰ ἀλσύλια Παγκρατίου καὶ Συγγροῦ, τὸ Σκοπευτήριον κ.α.
Ἐντιμοτάτη Κυρία Δήμαρχε,
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ Πετράκη δὲν ἔχει δεσμοὺς μὲ τὸν Δῆμον Ἀθηναίων μονάχα μὲ τὶς προσφορές, ποὺ κατὰ καιροὺς ἔκανε χάριν τῶν κατοίκων τῆς πόλεως. Ἕνα μέλος τῆς ἱστορικῆς οἰκογένειας Πετράκη, στὴν ὁποίαν ἀνήκουν ὁ Ἱδρυτής της καί, ὅπως προείπαμε, ἕξι ἀκόμη ἡγούμενοί της, ὁ Ἀνάργυρος Πετράκης ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος προκάτοχός σας, ἀφοῦ ἐχρημάτισε πρῶτος Δήμαρχος Ἀθηναίων, ἀπὸ τὶς 9 Μαΐου 1836 ἕως τὶς 25 Ἰανουαρίου 1837, γιὰ νὰ ξαναγίνει ἀπὸ τὶς 16 Αὐγούστου 1841 ἕως τὶς 20 Ὀκτωβρίου 1843. Πιστεύω, ὅτι καὶ αὐτός, ἂν ἦταν σήμερα παρών, θὰ ἀγαλλόταν γιὰ τὴν τιμήν, ποὺ γίνεται στὸ Μοναστῆρι, ὅπως ἐπίσης ψηλὰ στὸν οὐρανὸν θὰ ἀγάλλονται καὶ τὰ «τεταπεινωμένα ὀστέα» ὅλων τῶν μακαριστῶν Πατέρων τῆς Μονῆς μας ἀπὸ καταβολῆς της ἕως τῶν ἐσχάτων, γιατί, ἔστω καὶ ἀργά, ἀναγνωρίζεται ἡ προσφορά τους στὴν πόλη, ποὺ τόσον ἠγάπησαν καὶ εὐεργέτησαν.
Κυρίες καὶ Κύριοι,
Αὐτὰ γιὰ τοὺς προαπελθόντες. Ὅσον ἀφορᾶ δὲ εἰς ἐμᾶς, τοὺς σημερινοὺς μοναχοὺς τοῦ Μοναστηρίου, θέλουμε νὰ σᾶς διαβεβαιώσουμε ὅτι, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ κτηματικὴ περιουσία τοῦ Μοναστηριοῦ ἔχει σχεδὸν μηδενιστεῖ ἐξαιτίας τῶν πολλῶν προσφορῶν, ἀλλὰ καὶ πολλῶν καταπατήσεων, συνεχίζουμε μὲ κάθε πρόσφορο μέσον τὴν προσφορὰν τῶν παλαιοτέρων πρὸς τοὺς Ἀθηναίους. Τὸ κάνουμε σιωπηρά, χωρὶς τυμπανοκρουσίες, ὅπως ἀκριβῶς ἔκαναν καὶ οἱ προηγούμενοι Πετρακιῶτες στὴν ἐποχήν τους, στοιχῶντας στὸν λόγον τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν (§ ιδ´) : «Μὴ τραγῳδεῖν τὴν εὐποιΐαν», δηλαδὴ ἂς μὴ κάνουμε θέατρο τὴν εὐποιΐαν. Σᾶς εὐχαριστῶ.»